Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

«Είσαι “της Εκκλησίας”; Εγώ είμαι της απέναντι πλατείας!» [Από το blog “Η ζωή είναι ωραία”]


Στις 22.10.2008, στο blog “Η ζωή είναι ωραία (Ανάταση)”, της “Σοφίας Κου”, διαβάσαμε αυτό:


Είσαι “της Εκκλησίας”; Εγώ είμαι της απέναντι πλατείας!


Ανήκεις σ' αυτούς που έσπευσαν να ενταχτούν σε ομάδα σίγουρη, προστατευτική, ηθική, που ποτέ δε «χάνει»; Σ' αυτούς που δεν τολμούν να σπουδάσουν τον εαυτό τους; Να εκτεθούν;

Σ' αυτούς που είναι καθώς πρέπει, μετρημένοι, κοινωνικά αποδεκτοί και ήσυχοι κοιμώμενοι, αφού έκαναν τα καθήκοντα που έκοψαν κι έραψαν στα μέτρα τους;


Ε, εγώ δεν ανήκω σε κανέναν! Μόνο περνάω πολλές ώρες στην απέναντι πλατεία. Δεν είμαι «της Εκκλησίας». Είμαι της απέναντι πλατείας!

Από δω περνάνε όλοι! Ελεύθερα! Η πλατεία τους δέχεται όποιοι και να ναι. Από όπου και να 'ρχονται. Αδιάκριτα. Άκριτα. Τους προσφέρει παγκάκια για ξεκούραση, νερό από τη βρύση στην άκρη του κήπου, λίγα λουλούδια να βάλουν χρώμα φυσικό στη ζωή τους, μια τσουλήθρα να παίξουν τα παιδιά όπως τον παλιό καλό καιρό....

Η πλατεία τούς επιτρέπει να τις καταθέτουν τα βάσανά τους, άφοβα. Να ονειρεύονται μέρες καλύτερες. Ανθρώπους ζεστούς.

Εγώ είμαι ένας απ' αυτούς τους ονειροπόλους:


Είμαι ο κατάμονος συνταξιούχος που ψάχνει να συναντήσει καναν συνομίληκό του, να πει δυο λόγια, να κυλίσει κι αυτή η μέρα πιο ανώδυνα...

Είμαι το θολωμένο πρεζόνι που, τρεκλίζοντας, καταφέρνει να σωριαστεί στο παγκάκι.

Η κουρασμένη γιαγιά είμαι, που έβγαλε βόλτα τα δύο εγγονάκια, που της πάρκαραν ο γιος κι η κόρη - και οι δύο χωρισμένοι -, που το πρωί τρέχουν στη δουλειά και το βράδυ ψάχνουν να «ξαναφτιάξουν» τη ζωή τους.

Είμαι η πλούσια κυρία που, προφυλαγμένη από γνωστά βλέμματα, με ρούχα πρόχειρα και ατημέλητα μαλλιά, ήρθα σε τούτη την άγνωστη γειτονιά, πάρκαρα λίγο πιο κάτω κι έκατσα εδώ να ξεκουραστώ, να κρυφτώ, να ακούσω τον εαυτό μου, όπως παλιά...

Είμαι η Ρουμάνα που ήρθα να απλώσω λίγο τα πόδια μου σε τούτο το παγκάκι κάτω απ' το χάδι του ήλιου, μετά απ' τα κρύα χάδια του ογδοντάχρονου αφεντικού μου, που τον εμπιστεύτηκα ότι σύντομα θα μου γράψει το διαμέρισμα που μου υποσχέθηκε. Όμως, κρυφά πάω απέναντι στην Εκκλησία, ανάβω κεράκι στην άκρη, μονάχο του, και κάθομαι και το παρατηρώ μέχρι να λιώσει. Όπως λιώνω και γω από πίκρα, από «γιατί», από νοσταλγία, από έκπληξη, από απόγνωση... Μόνο φλόγα βλέπω, φωτιά, που όλα τα καίει, τα καθαρίζει για σήμερα. Άλλοι λένε πως βλέπουν φως, βλέπουν προσευχή να ανεβαίνει στον ουρανό.... εγώ όμως είμαι αμαρτωλή. Δεν είμαι άξια για τέτοια.....

Είμαι η φοιτήτρια που μόλις την παράτησε το αγόρι της «για κάτι πιο έντονο», της είπε κι εξαφανίστηκε. Ο φοιτητής είμαι, που τον άφησε το κορίτσι του «για κάτι πιο σίγουρο», του είπε, και τα 'φτιαξε με έναν σαραντάρη.

Είμαι η κουρασμένη καθαρίστρια του νοσοκομείου που δεν μπορεί να συνηθίσει την υποτίμηση, αλλά ούτε και τον πόνο των άλλων, την αρρώστια, τον άδικο θάνατο, τα ερωτηματικά...

Είμαι η σαραντάρα που συζώ με κάποιον και όταν πήγα απέναντι στην Εκκλησία να ακουμπήσω κάτι προβλήματά μου στον παπά εκείνος με έδιωξε λέγοντάς μου πρώτα να παντρευτώ και μετά να πάω για εξομολόγηση!

Αλλά είμαι κι η τριαντάρα που τους αλλάζω κάθε μέρα τους άντρες. Κι ούτε που τολμάω να μπω εκεί μέσα, αφού οι «απέξω» με κατακρίνουν για το «πρόβλημά» μου, το ηθικό. Για τέτοιο το νομίζουν, κι ας είναι ψυχικό.

Είμαι ο υπάλληλος που άρπαξα κάμποσα παράνομα αλλά άρχισα να βαριέμαι με τα μπουζούκια, με τις πληρωμένες, με τους μεθυσμένους για τα ίδια και τα ίδια...

Είμαι το δωδεκάχρονο παιδί που ήρθα να ξεφύγω για λίγο από τους τσακωμούς των γονιών μου. Κι από το φόβο, πως μια μέρα δε θα ακούω ούτε αυτούς.

Είμαι η μάνα που έχασε το παιδί της, χρόνια τώρα, αλλά δε λέει να συνέλθει. Και δεν τολμάω να πάω στον παπά, μη μου πει πως «το ήθελε ο Θεός και το πήρε!». Λες και γω δεν το θελα.... Και τόσο παρατημένα παιδάκια που τριγυρνάνε στους δρόμους, στους κάτω κόσμους;

Είμαι η φτωχιά χήρα που δε με βοηθήσανε γιατί δεν είμαι «της Εκκλησίας».


Λες κι ο Χριστός συναναστρεφόταν με τους καθώς πρέπει, κι όχι με τους «καθώς είναι», «καθώς αισθάνονται». Με τους ηθικούς, τους προστατευμένους. Κι όχι με τους ανυπεράσπιστους.

Όλοι εμείς έχουμε για παρηγοριά, για Εκκλησία, την απέναντι πλατεία,πλατιά σαν την καρδιά μας, για να χωράει τα βάσανά μας....


ΠΗΓΗ:

http://anatash.pblogs.gr/2008/10/eisai-ths-ekklhsias-egw-eimai-ths-apenanti-plateias.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: