Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

«Μου πέρασε!» [Από το blog “Η ζωή είναι ωραία”]


Πριν από δύο εβδομάδες, στις 30।4.2010, στο blog “Η ζωή είναι ωραία”, της “Σοφίας Κου”, διαβάσαμε αυτό:


Μου πέρασε!


Πες το φίλε μου! Πες το καθαρά και ξάστερα! Μού πέρασε! Μου τε-λεί-ω-σε!

Συλλάβισέ το αργά να κυκλοφορήσει μέσα σου!

Μην παλεύεις να το διαιωνίσεις, αφού η καρδούλα σου έχει πετάξει γι αλλού!

Όπου κι αν είναι ο νέος της τόπος (ή του νόστου το καταφύγιο)

Μάταια κοπιάζεις να το ζωοποιήσεις δίχως πνοή...

Έχουν κι οι νεκραναστάσεις τους όρους τους! Τις απαιτήσεις τους!

......


Άστο να φύγει να πάει στην ευχή του Θεού! Στον προ-ορισμό του! Άς το να πάρει τη θέση του στη μοίρα, στην τροχιά ενός άλλου ήλιου!.

Απελευθερώσου από δαύτο το κι απ' τη μανία πως κάτι βρίσκεται ακόμα εδώ, αφού προ πολλού δεν υπάρχει..

Έχουμε τη δύναμη μάτια μου, να καταργούμε, να αφανίζουμε..

Ποιος έρωτας να τα φέρει πίσω; Πειθαναγκασμός θα ναι!

Πφ! θα μυρίζει μούχλα και υπολογισμό! Αχρηστία κι ανεντιμότητα!!...

....


Δεν πειράζει φιλάρα! Μπες πάλι στο καβούκι σου!

Δε θαναι κι άσχημα! Απ' τα χνώτα σου μυρίζει!

Γνωστή δυστυχία, καλή δυστυχία!

Γνωστός επιθανάτιος ρόγχος, καλός επιθανάτιος ρόγχος!...

Γνωστή αποσύνθεση, καλή αποσύνθεση!


Αφού ένας είναι ο παμμέγιστος φόβος μας:

Το άγνωστο! Το άσκεπο! Το αδοκίμαστο! Το ανέγγιχτο!

Μπες μες στην αγαπημένη σου εσοχή που χρόνια σμίλευε το φοβικό σου κορμί!

Μπες μες στη θαλπωρή του ακίνητου αίματος! Της ψυχραιμίας!! Wink

.....


Απόσπασμα διηγήματος από τη συλλογή μας: «Κρυφτούλι με τον εαυτούλη!»


ΠΗΓΗ:

http://anatash.pblogs.gr/2010/04/moy-perase-.html


Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

«Μπορείς!» [Από το blog “Aspa online”]


Πριν ένα μήνα, στις 29.3.2010, στο blogAspa online” της Άσπας, κάτω από ένα υπέροχο video (δείτε το!), διαβάσαμε αυτό:


Μπορείς!

http://www.youtube.com/watch?v=Um9KsrH377A&feature=player_embedded

Το παραπάνω βίντεο είναι διαφημιστικό της Pantene και παίχτηκε στην τηλεόραση της Ταϊλάνδης.
Είναι εμψυχωτικό, παρακινητικό, δυναμικό και σε λίγα μόλις λεπτά περνάει πληθώρα θετικών νοημάτων όπως:

  • Αν νομίζεις πώς μπορείς, τότε μπορείς.
  • Συνέχισε, να επιμένεις.
  • Τα εμπόδια σε βοηθάνε γιατί σε ενδυναμώνουν: Η κάμπια αγωνίζεται, δυναμώνει και τελικά απελευθερώνεται από το κουκούλι και πετάει ως ελεύθερη πεταλούδα.
  • Είναι καλό να διαφέρεις. Γιατί πρέπει να είσαι ίδιος με τους άλλους;
  • Μην αφήνεις τις καταστάσεις να σε καταβάλλουν.
  • Να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που έχουν τους ίδιους στόχους με σένα.
  • Συμβουλεύσου ανθρώπους που έχουν πετύχει αυτό που θες να πετύχεις.
  • Πίστεψέ το και θα το δεις.
  • ΜΠΟΡΕΙΣ!

Εσείς τι άλλα μηνύματα εισπράξατε μέσα από το βίντεο; Ποιο σημείο σας άρεσε περισσότερο; Με τι τρόπους καταφέρνετε να ξεπερνάτε τις μικρές ή μεγάλες καθημερινές δυσκολίες της ζωής;


ΠΗΓΗ:

http://aspaonline.blogspot.com/2010/03/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+AspaOnline+%28Aspa+Online%29&utm_content=Google+Reader


Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Μερικές από τις πάμπολλες αναρτήσεις των τελευταίων ημερών για την οικονομική κρίση [Από διάφορα blogs]


Α!

Μόλις χθες, 27.4.2010, στο blogRodia Mixer” είδαμε σε video τις απόψεις του Max Keiser για την ελληνική οικονομική κρίση (με ελληνικούς υπότιτλους), από το YouTube:

http://www.youtube.com/watch?v=IbNtZYkAEHE



B!

Προχθές, 26.4.2010, στο blog “Μερόπη” διαβάσαμε αυτό:


Τα παιδιά του μακαρίτη και το δημόσιο χρέος…

Έχω μια φίλη τη Σωτηρία. Η Σωτηρία, λοιπόν, εδώ και αρκετά χρόνια, βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγο της, με τον οποίο μάλιστα είχαν ανοίξει ένα μακρύ δικαστικό αγώνα για την επιμέλεια των δύο παιδιών τους, τα οποία, όταν επήλθε ο χωρισμός, βρίσκονταν στην εφηβεία. Ο πατέρας, στον αγώνα αυτό, προφανώς για να προσεταιριστεί τα παιδιά, χρησιμοποίησε ως όπλο την παροχή, αφειδώς, σ’ αυτά υλικών αγαθών, που ξεπερνούσαν πολύ τις οικονομικές δυνατότητες του, σε αντίθεση με τη μητέρα, η οποία κινείτο πάντα μέσα στον οικονομικό προϋπολογισμό της. Αποτέλεσμα? Όταν ο Δικαστής ρώτησε τα παιδιά με ποιον θέλουν να πάνε, αυτά απάντησαν με τον πατέρα. Και πράγματι το Δικαστήριο έδωσε την επιμέλεια στον πατέρα, δεδομένου ότι τα παιδιά ήταν αρκετά μεγάλα πια και δεν είχαν άμεση ανάγκη τη μητέρα τους. Πριν ένα χρόνο περίπου η Σωτηρία με πήρε τηλέφωνο. Ήταν θλιμμένη. Μου ανακοίνωσε ότι πέθανε ο σύζυγος της ξαφνικά, σε αυτοκινητικό ατύχημα και ότι βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πολύ δύσκολη κατάσταση, χειρότερη από κάθε φόβο της. Μετά το θάνατο του, για να είναι κοντά στα παιδιά της, τα οποία είναι ήδη 20 και 19 χρόνων αντίστοιχα και φοιτούν το μεν ένα στο Πανεπιστήμιο, το δε άλλο σε ιδιωτικό Ι.Ε.Κ, μετακόμισε και πάλι στην παλαι ποτέ συζυγική οικία, η οποία, ας σημειωθεί, ανήκει και στους δύο συζύγους, κατά το ½ στον καθένα. Αμέσως δε μετά άρχισε να παραλαμβάνει από διάφορες Τράπεζες ειδοποιήσεις για δόσεις δανείων και πιστωτικών καρτών. Και τι δάνειο δεν είχε πάρει αυτός ο άνθρωπος (ο μακαρίτης εννοώ)! Από επισκευαστικό δάνειο, μέχρι ό,τι καταναλωτικό δάνειο μπορεί να φανταστεί κανείς. Μέχρι και αυτοκίνητο, αλλά και μοτοσικλέτες είχε αγοράσει στα παιδιά, μόλις αυτά τέλειωσαν το Λύκειο. Είχε δε πάρει σχετικό δάνειο και γι’ αυτά. Ο μηνιαίος μισθός του (ήταν ιδιωτικός υπάλληλος) ανερχόταν περίπου στα 2.000 ευρώ, οι δε δόσεις των διάφορων δανείων και πιστωτικών καρτών έφταναν όσο περίπου ο μισθός του. Πώς ζούσε? Έπαιρνε συνέχεια νέες πιστωτικές κάρτες. Η φίλη μου βρέθηκε σε απόγνωση. Όχι μόνο γιατί προβληματιζόταν πώς θα πληρώσει όλα αυτά τα δάνεια, προκειμένου να σώσει το οικογενειακό σπίτι που οι Τράπεζες απειλούσαν να κατασχέσουν, αλλά και για να πείσει τα παιδιά της να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους και να προσαρμόσουν το επίπεδο ζωής τους στις οικονομικές δυνατότητες τους. Είδε κι έπαθε να πείσει το μεγάλο παιδί, που αντιδρούσε σφόδρα, να δεχτεί να πουλήσουν το αυτοκίνητο που του πήρε ο πατέρας του. Τώρα, μετά από ένα χρόνο περίπου, η κατάσταση τείνει κάπως να εξομαλυνθεί. Προχώρησε σε διακανονισμό με τις Τράπεζες προσαρμόζοντας τις δόσεις των δανείων στις οικονομικές της δυνατότητες (είναι κι αυτή ιδιωτική υπάλληλος με μηνιαίο μισθό 1800 ευρώ περίπου). Άσκησε αγωγή για το θάνατο του συζύγου (σε αυτοκινητικό ατύχημα) ελπίζοντας σε κάποια αποζημίωση τουλάχιστον υπέρ των παιδιών και άρχισε, πρόσφατα, να παίρνει μια μικρή σύνταξη χηρείας (ευτυχώς δεν είχε προλάβει να εκδοθεί το διαζύγιο τους). Το κυριότερο δε όλων πείστηκαν τα παιδιά να περιορίσουν τα έξοδα και τις απαιτήσεις τους.

Γιατί τη θυμήθηκα τώρα αυτή την ιστορία? Μα, φυσικά, γιατί το χρέος του μακαρίτη μοιάζει πολύ με την ιστορία του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Και τα παιδιά του μακαρίτη, καθώς και η γυναίκα του, μοιάζουν πολύ με όλους εμάς που καλούμαστε τώρα να πληρώσουμε την οικονομική κρίση, χωρίς, όπως τουλάχιστον νομίζουμε, να φταίμε. Μήπως όμως φταίμε, άλλος πολύ και άλλος λίγο? Αλλά ακόμα και οι λίγοι (ελάχιστοι) που δεν φταίμε, μήπως πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα οικονομικά δεδομένα, αν θέλουμε να προχωρήσουμε στη ζωή μας? Ο νοών νοείτω…..

---------------

Σημείωση: Η ιστορία της φίλης είναι πέρα για πέρα αληθινή, μόνο το όνομα άλλαξα.



Γ!

Πριν από πέντε ημέρες, στις 23.4.2010, στο blogANemos διαβάσαμε αυτό:


Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι…

«Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι. Έλληνες, οι εισβολείς του ΔΝΤ ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια, κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα της Μεταπολίτευσης. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια και τους ρημαγμένους ημιυπαίθριους, τις ξερές πισίνες. Έλληνες, ψηλά τις καρδιές. Προσοχή, το Blog ΑΝεμος ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι της Eurobank και της Alpha και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι της τελικής νίκης. Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!»



Δ!

Πριν από πέντε ημέρες επίσης, δηλαδή στις 23.4.2010, στο blogLocus Publicus Editorium”, διαβάσαμε αυτό:


Η Οδύσσεια της ελπίδας

Η τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης κατέρρευσε. Κλέψιμο, διαφθορά, ατιμωρησία, λαϊκισμός. Φτιάξαμε ενα υπερκράτος που δεν μπορούμε πιά να χρηματοδοτήσουμε, εναν δικτατορικό αριστερόστροφο συνδικαλισμό που έπνιξε με βία τα πάντα, διαλύσαμε σχολεία, πανεπιστήμια, υγεία, δικαιοσύνη. Ελάχιστες χώρες βρήκαν 4 κοινοτικά πακέτα ανάπτυξης (περίπου 100 δις ευρώ), που κατα μεγάλο ποσοστό καταχραστήκαμε,ελάχιστες χώρες βοηθήθηκαν τόσο για να αναπτυχθούν. Απο το 1981 και μετά πνιγήκαμε στα σκάνδαλα. Καταφέραμε να κρύψουμε ενα τερατώδες χρέος για χρόνια, να υπονομεύσουμε όλεςτις διεθνείς μας συμμαχίες, να φτιάξουμε εναν φανταστικό κόσμο "κεκτημένων". Καί σήμερα, καθώς ο κομμουνισμός μας καταρρέει, αντί να μας αφήσουν να βουλιάξουμε,να μας τιμωρήσουν με αποβολή απο την Ευρώπη και το ευρώ και να μας αφήσουν να βγάλουμε τα μάτια μας με 10% διεθνές επιτόκιο, θα μας δώσουν περί τα 120 δις ευρώ για να μας σώσουν. Θα είναι η μεγαλύτερη και ακριβότερη διάσωση χώρας στην Ιστορία.

Ο,τι και να μας ζητήσει το ΔΝΤ να κάνουμε, έπρεπε να τό είχαμε κάνει μόνοι μας απο καιρό. Να είχαμε ήδη μειώσει το Κράτος,να είχαμε λογιστήρια στα νοσοκομεία, ελέγχους παντού.Δεν το κάναμε. Τώρα θα γίνουν με το ζόρι.

Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε, ή αποφασίσουμε νά σφαχτούμε μεταξύ μας σε εναν ακόμα Εμφύλιο καίγοντας το σπίτι μας. Ο χρόνος θα δείξει. Πάντως δεν βιώνουμε ούτε μια νέα Χιτλερική κατοχή, ούτε έχουμε το ηθικό δικαίωμα να δηλώσουμε αδικημένοι. Βιώνουμε ενα αληθινό Τέλος Εποχής. Η Ευρώπη θα μπορούσε τώρα να μας διαλύσει και να μας μοιράσει στον αέρα. Δεν το έκανε. Και αντί τούτου μας σώζει. Ας ατενίσουμε λοιπόν το μέλλον. Θα είναι μια Οδύσσεια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μια Οδύσσεια ελπίδας. Η ενός αργού και τελετουργικού θανάτου. Ας ελπίσουμε το πρώτο.

Σίγουρα πολλοί βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Είναι κι αυτό μέρος της Οδύσσειας...


ΠΗΓΕΣ:

Α) http://rodiat7.blogspot.com/2010/04/blog-post_3668.html

Β) http://meropbird.blogspot.com/2010/04/blog-post_26.html

Γ) http://naftilos.blogspot.com/2010/04/blog-post_5394.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+Anemos+%28ANemos%29&utm_content=Google+Reader

Δ) http://locus-editorium.blogspot.com/2010/04/blog-post_23.html


«Θα μιλάμε για όλους» [Από το blog “ANemos”]


Πριν από δύο μήνες, στις 28.2.2010, στο blogANemos διαβάσαμε αυτό:


Θα μιλάμε για όλους


Ενα κείμενο του Θανάση Τριαρίδη που το αναδημοσιεύω για να φτάσει σε όσο γίνεται περισσότερα λιμάνια και μάτια.

Μπορείτε να το βρείτε κι εδώ βεβαίως:


Με αφορμή μια απόλυση και μερικές δημόσιες επιστολές

http://www.triaridis.gr/keimena/keimD064.htm

α.

Ένα από τα ωραιότερα (και χρησιμοποιώ τη λέξη κυριολεκτικά) πράγματα που μας δώρισε ο δυτικός πολιτισμός (μέσα από μια επίπονη και μακρά διαδρομή, από το στίχο 979 του Οιδίποδα Τυράννου και τον Αριστοφάνη μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο και τον Βολταίρο και τον Καμύ) είναι η συνειδητοποίηση της δυνατότητας του καθενός να φαντάζεται ό,τι θέλει, να σκέφτεται ό,τι θέλει και να λέει ό,τι θέλει και όπως θέλει. Χρειάστηκε η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός (μαζί με κάμποσους καμένους στις φλόγες διαφόρων «ιερών εξετάσεων») για να αποφασίσουμε (τουλάχιστον ως Δύση) πως δεν υπάρχουν άβατα στη φαντασία, στη σκέψη, στη έκφραση — πως εντέλει δεν υπάρχουν ιερά και όσια. Αν κάποιος θέλει να γράψει πως ο Χριστός έκανε σεξουαλικά όργια έχει το δικαίωμα να το γράψει, αν κάποιος θέλει να ζωγραφίσει τον Μωάμεθ έχει το δικαίωμα να τον ζωγραφίσει, αν κάποιος θέλει να γράψει πως ο Ύμνος του Σολωμού είναι ένα ποίημα εθνοφασιστικούμίσους που υμνεί τη σφαγή αμάχων επίσης πρέπει να έχει αυτό το δικαίωμα. Μα κι από την άλλη, αν κάποιος θέλει να γράψει έναν ρατσιστικό λόγο, ένα κήρυγμα τυφλού μίσους, ή να αμφισβητήσει το Ολοκαύτωμα ή να προσβάλει τη μνήμη των θυμάτων του πρέπει επίσης να το μπορεί… Μπορεί συχνά τέτοιες θέσεις να μας προκαλούν αναγούλα (και όντως οι λογής αρνητές του Ολοκαυτώματος τέτοια αισθήματα μου προκαλούν), αλλά όσο έχουμε χρέος να σταθούμε απέναντί τους και να αντικρούσουμε τις απόψεις τους άλλο τόσο έχουμε ηθική υποχρέωση να παλέψουμε ώστε ακριβώς αυτές οι απόψεις να μη λογοκριθούν, να μη φιμωθούν, να μην πνιγούν (και αυτή η αντίφαση είναι που κάνει τόσο γοητευτική και τόσο οριακά δύσκολη την ελευθερία της έκφρασης).

Η γνωστή ρήση του Βολταίρου (διαφωνώ με ό,τι λες αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες) έχει προφανώς καθολική ισχύ — δεν μπορεί να ισχύει κατά περίπτωση, κρίνοντας ποιος είναι φίλος μας ή εχθρός μας, «σύντροφος» ή πολιτικός αντίπαλος, ομοϊδεάτης ή διαφωνών, γνωστός ή ολότελα άγνωστος, άνθρωπος με σημαντικό έργο που εκτιμούμε ή κάποιος του οποίου η δημόσια παρουσία μάς προκαλεί αισθήματα αποστροφής. Δέχομαι πως η απόλυτη συνέπεια δεν υπάρχει σε πραγματικές συνθήκες — όποιος τη γυρεύει ή την επικαλείται μου προκαλεί φόβο. Μα, για μένα τουλάχιστον, είναι αυτονόητο πως, όσο συνεπέστεροι είμαστε σε αυτήν την αρχή, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα, τόση μεγαλύτερη σοβαρότητα έχουν τα λόγια μας (και συνακόλουθα η στάση μας).

Από τότε που άρχισα να εκφράζομαι δημόσια, προσπάθησα να εφαρμόσω στα γραπτά μου ετούτη την αρχή — κι όσο περνούν τα χρόνια νιώθω πως συχνά γίνεται εμμονή περίπου αυτιστική. Αναφέρω παραδείγματα: λάτρεψα το σολωμικό έργο (το οποίο με διαμόρφωσε) — μα συνάμα έγραψα μια σειρά κειμένων που χαρακτηρίζουν τον Ύμνο εις την Ελευθερία και τους στίχους που υμνούν τη σφαγή των αμάχων τηςΤριπολιτσάς ως ποίημα εθνοκαθαρτικού μίσους. Συνακόλουθα χαρακτήρισα τη σφαγή της Τριπολιτσάς ως την πρώτη οργανωμένη εθνοκάθαρση της ιστορίας — και στη συνέχεια έγραψα πως ο χασάπης Κεμάλ ήταν ο αξιότερος συνεχιστής του χασάπη Κολοκοτρώνη. Για την ίδια υπόθεση μίλησα για τον «εθιμοτυπικό φασισμό του Προέδρου της Δημοκρατίας» — κι ας ήξερα πως αυτό ήταν το αυτεπάγγελτο αδίκημα του 168 ΠΚ. Επικηρύχτηκα από τις ιστοσελίδες της Χρυσής Αυγής — ωστόσο εναντιώθηκα με κείμενά μου στο σπάσιμο των γραφείων τους, χαρακτηρίζοντας το γεγονός αυτό πράξη φασιστικής βίας. Βρέθηκα παντοειδώς στο στόχαστρο των λογής νεοναζί/νεοφασιστών, κακοποιήθηκα κατ’ επανάληψη στις τηλεοράσεις και στις έντυπά τους — μα εναντιώθηκα ρητά στις φασιστοειδείς καταστροφές των βιβλιοπωλείων τους και υπερασπίστηκα σε κείμενα και βιβλία μου με πάθος το δικαίωμα τους να είναι φασίστες και να εκφράζουν τα κηρύγματα του μίσους τους. Κάνοντας επίθεση στην πολιτική βία σε όλες τις εκδοχές της, εναντιώθηκα με την ίδια ένταση στη νεοναζιστική και στην «αντιεξουσιαστική βία (τους χαρακτήρισα αμφότερους «σύγχρονα τάγματα εφόδου» — και ήμουν ο πρώτος που χρησιμοποίησα αυτόν το χαρακτηρισμό για τον δήθεν «αντιεξουσιαστικό» χώρο που καμία σχέση δεν έχει με τη βαθιά ανθρωπιστική παράδοση του αναρχισμού). Αγάπησα αφάνταστα τη μουσική του Βέρντι — μα έγραψα ένα βιβλίο ενάντια στη ρατσιστική/αποικιοκρατική πολιτική προπαγάνδα στην οποία συνειδητά συνέπραξε με την Αΐντα. Λογοκρίθηκα από την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόμουν όταν μίλησα για την κομμένη και διωκόμενη μακεδονική γλώσσα — και συνακόλουθα βρέθηκα σε ένα εξακολουθητικό πλέγμα αποκλεισμού από τον κυρίαρχο ελληνικό εθνικισμό. Ωστόσο, στη μοναδική συνέντευξη που έδωσα σε μακεδονικό μέσο ενημέρωσης (την εφημερίδα Βρέμε), μίλησα ενάντια και στον μακεδονικό εθνικισμό — επιμένοντας πως ο αντιεθνικιστικός αγώνας είναι κοινός και υπερεθνικός. Έγραψα σειρά κειμένων ενάντια στον αντισημιτισμό και υπέρ της μνήμη των χαμένων Εβραίων της πόλης μου, ίσως με μεγαλύτερο πάθος από κάθε άλλον (ήμουν ο μόνος που πρότεινα μετονομασίες δρόμων και νοσοκομείων της Θεσσαλονίκης, καθώς και την ίδρυση τμήματος εβραϊκών σπουδών στο ΑΠΘ) — μα, όταν κατήγγειλα τα εγκλήματα του κράτους του Ισραήλ και το Τείχος της Δυτικής Όχθης, βρέθηκα ο ίδιος κατηγορούμενος ως «αντισημίτης» ακόμη και με παραποίηση του ονόματός μου.

Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να υβρισθώ, να απειληθώ, να συκοφαντηθώ, να αποκλειστώ, να αποκτήσω χιλιάδες εχθρούς, να χάσω πολλές (ή και όλες) τις δυνητικές δουλειές, να μαλώσω με φίλους… Πιθανώς να έμεινα μόνος — αλλά έμεινα με τη χαρά πως, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, μπορώ να μιλάω για όλα. Πως δεν υπάρχει κανένα άβατο, κανένα «ιερό βιβλίο», καμιά «ιερή αγελάδα».

β.

Έρχομαι τώρα στην αφορμή αυτού του κειμένου: εδώ και μερικές εβδομάδες έχει πάρει ευρεία έκταση στον Τύπο και στο Ίντερνετ η είδηση της απόλυση του βιβλιοϋπαλλήλου Ντίνου Παλαιστίδη από τις εκδόσεις Άγρα. Ο Παλαιστίδης, υποστηριζόμενος από το συνδικάτο του, διαμαρτύρεται έντονα για την απόλυση (έγινε τρεις μέρες αφού τον δικαίωσε η Επιθεώρηση Εργασίας) και προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Οι εκδόσεις Άγρα απάντησαν καταγράφοντας τα δικά τους επιχειρήματα. Τότε 49 διανοούμενοι συνυπέγραψαν μια επιστολή υποστήριξης στις εκδόσεις Άγρα (στο εξής θα τους αναφέρω ως «49», μόλο που σταδιακά οι υπογραφές αυξάνονται): η επιστολή τους και η υπόθεση αυτή δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες και στο Ίντερνετ. Στο μεταξύ πλήθηναν οι τοποθετήσεις και τα κείμενα συλλογής υπογραφών που τάσσονταν υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. (Αναλυτική αμφίπλευρη ενημέρωση βρίσκει κανείς στο blog των εκδόσεων Άγρα:http://agrapublications.blogspot.com/ και στο blog που εκφράζει τις θέσεις του απολυμένου και των συναδέλφων του απεργών: http://apolysiagra.wordpress.com/).

Ας ξεκαθαρίσω κάτι — γιατί στη συνέχεια θα είμαι αρνητικός ως προς τις ενέργειες του εκδοτικού οίκου και όσων τον υποστήριξαν: θεωρώ πως οι εκδόσεις Άγρα και τα κοντά χίλια βιβλία που εξέδωσαν τα τελευταία 30 χρόνια δεν είναι απλώς ένας «ποιοτικός εκδοτικός οίκος», αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο και σπουδαιότερο. Είναι ένα εκδοτικό φαινόμενο μοναδικό για τα δεδομένα της γλώσσας μας, και εντελώς δυσανάλογο με την ελληνική βιβλιοπαραγωγή και την ελληνική πνευματική πραγματικότητα των τελευταίων 30 χρόνων. Υπάρχουν τουλάχιστον 100 από τους τίτλους των εκδόσεων Άγρα που στέκουν στη βιβλιοθήκη μου ως ακριβά δώρα — βιβλία που έκαναν ομορφότερη τη ζωή μου. Κι ας σημειωθεί πως μιλάω ως αναγνώστης — και δεν έχω καμία σχέση με τις εν λόγω εκδόσεις, και δε θέλω να αποκτήσω: άρα δεν έχω κανένα συμφέρον να λέω τόσο επαινετικά λόγια.

Ωστόσο, από θέση αρχής, αυτή η παραδοχή δεν σημαίνει επ’ ουδενί πως ο Σταύρος Πετσόπουλος (ή οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος με εξίσου σημαντικό έργο) μπορεί να επικαλείται αυτό το έργο για να μην υποστεί την κριτική για την εργασιακή, πολιτική, πνευματική ή όποια άλλη του συμπεριφορά. Στη δική μου λογική, αυτά τα πράγματα είναι απολύτως ξεχωριστά: και ο Σολωμός είναι ένας μοναδικός δημιουργός που μας δώρισε φόρμα, γλώσσα και διανοητικούς ολέθρους ανεπανάληπτους — μα αυτό σημαίνει πως δε θα πούμε ότι οΎμνος εις την Ελευθερία (εφόσον το πιστεύουμε φυσικά) είναι ένα ποίημα εθνοφασιστικού μίσους που υμνεί τη σφαγή των αμάχων της Τριπολιτσάς; Κι ο Βέρντι είναι αδιανόητος δημιουργός: μα δε θα μιλήσουμε για την εν γνώσει του αποικιοκρατική πολιτική προπαγάνδα που έκανε με την Αΐντα; Και η Λένι Ρίνφεσταλ άνοιξε δρόμους στον κινηματογράφο: δε θα μιλήσοουμε για την αφοσίωση των εικόνων της στο ναζιστικό ιδεώδες τηςΑρίας Φυλής; Και ο Πάουντ και ο Σελίν με τα γραπτά τους σημάδεψαν τον 20ό αιώνα: δε θα σχολιάσουμε τη φασιστική προπαγάνδα του ενός και τον λυσσαλαίο αντισημιτισμό του άλλου; Και για να έρθω στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα: και ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πραγματικά ανεπανάληπτο μουσικό έργο και αρκετές ηρωικές στιγμές πολιτικής δράσης στη ζωή του — μα αυτό σημαίνει πως δεν έχουμε το δικαίωμα να αντιπαρατεθούμε στις ρατσιστικές απόψεις και τα κηρύγματα μίσους που κάνει την τελευταία δεκαετία; Από πότε το σπουδαίο ή και μοναδικό έργο ενός ανθρώπου τον βάζει στο απυρόβλητο της κριτικής;

Ας έρθω και στους 49 διανοούμενους, συγγραφείς, καθηγητές κλπ. που υπέγραψαν την επιστολή στήριξης των εκδόσεων Άγρα: προκαταβολικά ας επισημάνω, γιατί στη συνέχεια θα είμαι και προς αυτούς αρνητικός, πως ένας από αυτούς με έχει επηρεάσει εδώ και δεκαετίες αναμφίβολα και καθοριστικά με τα φιλολογικά γραπτά του και τις μεταφράσεις του (Δ.Ν. Μαρωνίτης) και τουλάχιστον άλλοι τρεις έχουν σημαντικότατο πνευματικό και επιστημονικό έργο που το γνωρίζω καλά (Ν. Βαλαωρίτης, Δ Καλοκύρης, Λ. Εμπειρίκος)· για όσους εκ των υπολοίπων ξέρω, και στο βαθμό που γνωρίζω τη δουλειά τους, έχω πολύ καλή γνώμη (κι αυτό μοιάζει αναμενόμενο, καθώς η δουλειά τους και τα βιβλία της Άγρας είναι εν πολλοίς συγκοινωνούντα δοχεία). Μα και εδώ ισχύουν όσα κατέγραψα προηγουμένως: η μεγάλη εκτίμηση δεν ακυρώνει την οποιαδήποτε κριτική (ενδεχομένως, σε κοινωνίες με πιο προχωρημένη κουλτούρα διαλόγου, να την καθιστούν περισσότερο επιβεβλημένη).

Προχωρώ στην αιτία της υπόθεσης: ο Πετσόπουλος ως εργοδότης απέλυσε τον υπάλληλο Παλαιστίδηχρησιμοποιώντας την κείμενη νομοθεσία — ο Παλαιστίδης απαντά με συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις, όπως επίσης έχει δικαίωμα να κάνει με την κείμενη νομοθεσία. Η διαφορά των δύο είναι εργασιακή. Ο Πετσόπουλοςθα παλέψει για την κόσμο του — όπως για τον κόσμο του παλεύει και ο Παλαιστίδης. Ο ένας έχει την οικονομική του δύναμη και το δικαίωμά του να απολύει, ο άλλος, σαφώς σε μειονεκτικότερη θέση, έχει (στο βαθμό που ο νόμος τού το επιτρέπει) την Επιθεώρηση Εργασίας, το συνδικάτο του και τη φυσική συμπάθεια όσων πληροφορούνται το γεγονός (απολύτως δικαιολογημένη, γιατί από τους δύο που συγκρούονται κάποιος είναι προφανώς ανίσχυρος και κάποιος είναι προφανώς ισχυρός — επί αιώνες ισχύει αυτό στις εργασιακές σχέσεις: θα ήταν παράλογο ο εργοδότης και να έχει το δικαίωμα να απολύει και ταυτόχρονα να γίνεται και συμπαθής). Και οι δύο πόλοι θα κάνουν καθετί για να υπερασπιστούν τον κόσμο τους. Φυσικά ο Παλαιστίδηςείναι ο αδύναμος: στο τέλος αυτής της σύγκρουσης ο Πετσόπουλος είναι πιθανόν (στη χειρότερη περίπτωση) να βρεθεί ηθικά ή οικονομικά πληγωμένος, μα ο Παλαιστίδης είναι ήδη άνεργος. Όσο κατανοώ την οικονομία και τις δομές της, βλέπω πως μέσα στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς η μόνιμη υπαλληλική σχέση δείχνει να αποδεικνύεται μη λειτουργική (ή και φενακισμένη) και πως όποτε η υπαλληλική εργασία κρατικοποιήθηκε εντέλει γέννησε οικονομικά αδιέξοδα, χρεοκοπίες και συνακόλουθη φτώχεια — και γι’ αυτό ίσως οι υπαλληλικές σχέσεις εργασίας θα έπρεπε να αντικατασταθούν με αντίστοιχες συμμετοχικές/συνεταιριστικές. Μα συνάμα —κι αυτή είναι η αντίφαση— σκέφτομαι πως η ανεργία είναι μια κατάσταση πολέμου — ένα αδιέξοδο εντέλει υπαρξιακό. Όταν μια επιχείρηση λειτουργεί μέσα στο σημερινό πλέγμα της υπαλληλικής εργασίας και στήριξε την ακμή της και στη δουλειά των υπαλλήλων, πρέπει να σκέφτεται πως η απόλυση ενός υπαλλήλου της είναι εξαρχής μια ανθρώπινη ήττα όλων μας — και η ήττα αυτή γίνεται αβάσταχτη όταν η επιχείρηση είναι ανθηρή. Θαυμάζω τον Πετσόπουλο για το εκδοτικό έργο του, μα εύχομαι με όλη μου την ψυχή τα δικαστήρια να δικαιώσουν τον Παλαιστίδη — γιατί αυτός κινδυνεύει· γιατί, αν αυτός χάσει, περίπου χάνεται.

Ωστόσο οι 49 διανοούμενοι που υπέγραψαν επιστολή υποστήριξης για τις εκδόσεις Άγρα δε σκέφτηκαν παρόμοια — κι αυτό φυσικά είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους: εμπλέκονται σε μιαν εργασιακή διαφορά τασσόμενοι απόλυτα υπέρ του εργοδότη, δίνοντας επιπλέον ηθικοπολιτικό χαρακτήρα στην κίνησή τους. Έτσι παρουσιάζονται να γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα τις συνθήκες εργασίας (η αρμοδιότερη από τους ίδιους Επιθεώρηση Εργασίας δεν έχει την ίδια γνώμη) και θεωρούν «συκοφάντηση και διασυρμό» την πράξηΠαλαιστίδη. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είναι «συκοφάντηση» της Άγρας να ζητάει ο Παλαιστίδης καλύτερες συνθήκες εργασίας (αν ο Σταύρος Πετσόπουλος ζητούσε περισσότερα κέρδη θα τον μέμφονταν κανείς;). Δεν μπορώ να καταλάβω ποια εσωτερική γραμμή συνέπειας μπορεί να δικαιώσει την επιστολή των 49 στα μάτια των αναγνωστών της.

Εξηγούμαι: Αν κάτι με ενοχλεί στην επιστολή των 49 διανοουμένων που συνυπέγραψαν το κείμενο υποστήριξης των εκδόσεων Άγρα με αφορμή την απόλυση του εργαζόμενου Ντίνου Παλαιστίδη και την κινητοποίηση που προκλήθηκε είναι πως δεν τηρούν την αρχή της καθολικής υπεράσπισης των (όποιων) αξιών, αλλά επικαλούνται τις καθαυτό αξίες προσχηματικά. Λένε πως τους ενοχλεί που ένας εκδότης «απειλείται» — μα η προηγούμενη σιωπή τους ακυρώνει τη θέση τους: έμειναν σιωπηλοί όταν επί δύο χρόνια οι εκδόσεις Πατάκη αντιμετώπισαν την ακριβώς —πανομοιότυπη με τις εκδόσεις Άγρα— εργασιακή διαμάχη με δύο εργαζόμενους τους, έμειναν σιωπηλοί όταν οι εκδόσεις Γεωργιάδη, ιδιοκτησίας του γνωστού βουλευτή του ΛΑΟΣ Άδωνη Γεωργιάδη (που σε αναγνωστικό επίπεδο μου προκαλούν αποστροφή), έχουν πυρποληθεί και καταστραφεί κατ’ επανάληψιν (θεωρούν άραγε πως υπάρχουν «καλές πυρπολήσεις» εκδοτικών οίκων;), έμειναν σιωπηλοί όταν τα γραφεία του περιοδικού Ρεσάλτο πρόσφατα βανδαλίστηκαν. Πόσο πειστική μπορεί να είναι η διαμαρτυρία τους όταν γίνεται μοναχά για την περίπτωση του δικού τους εκδότη — ενώ προηγουμένως άλλοι εκδότες βρέθηκαν σε αντίστοιχη ή και πολύ χειρότερη θέση; (Κι αυτά τα γράφει ένας άνθρωπος —μιλώ για τον εαυτό μου— τον οποίο το περιοδικό Ρεσάλτο έχει κατ’ επανάληψη κατηγορήσει ως «πράκτορα»).

Και να προχωρήσω παρακάτω: οι 49 λένε πως δεν τους αρέσει η προσπάθεια «κατασυκοφάντησης». Δυστυχώς και πάλι δε με πείθουν πως αγωνιούν να μη «συκοφαντηθεί» αφηρημένα κάποιος άνθρωπος αλλά ο συγκεκριμένος άνθρωπος που είναι φίλος τους, συνεργάτης τους, εκδότης τους, «σύντροφός τους». Επί δεκαετίες εκατοντάδες άλλοι συγγραφείς, αρθρογράφοι και ακτιβιστές κατασυκοφαντούνται και απειλούνται — και όχι για πράξεις τους αλλά για απόψεις τους. Γιατί οι 49 το αποδέχονταν εξακολουθητικά γι’ αυτούς και οργίστηκαν για τη διαμαρτυρία ενός υπαλλήλου για την απόλυσή του; Να γίνω και πιο συγκεκριμένος αναφέροντας ονόματα ανθρώπων των οποίων τα κείμενα και τις δράσεις έτυχε να παρακολουθώ — ασφαλώς υπάρχουν και πολλοί άλλοι: εδώ και πολλά χρόνια ο Νίκος Δήμου, ο Παναγιώτης Δημητράς, ο Γρηγόρης Βαλιανάτος, ο ΠέτροςΒοσκόπουλος, ο Δημήτρης Λιθοξόου, ο Ριχάρδος Σωμερίτης, ο Γιώργος Νακρατζάς (συγγραφέας και εκδότης είναι κι αυτός — για να μην ξεχνιόμαστε), ο υπογράφων, και κάμποσοι ακόμη, υβριζόμαστε, απειλούμαστε,συκοφαντούμαστε σε ολόκληρο τον ελληνικό Τύπο (από το Στόχο ώς την Ελευθεροτυπία και τις εφημερίδες της «Αριστεράς») και σε ολόκληρο το ελληνόγλωσσο Ίντερνετ (από την ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής μέχρι τα «αντιεξουσιαστικά» σάιτ), όχι επειδή απολύσαμε κάποιον υπάλληλό μας, αλλά επειδή γράψαμε την (σωστή ή εσφαλμένη) άποψή μας ενάντια στα έθνη, τις θρησκείες ή την πολιτική βία. Προσωπικά θεωρώ την ύπαρξη όλων αυτών των εναντίον μας δημοσιευμάτων ευλογία — και θα έδινα κάθε είδους αγώνα για να συνεχίσουν να υπάρχουν (ακόμη κι όταν με ζωγραφίζουν μέσα σε κρεμάλες). Μα οι 49 διανοούμενοι της Άγρας είναι στα μάτια μου ξεκρέμαστοι: γιατί δεν τους ενόχλησε αυτή η πολύχρονη συκοφάντηση που συχνότατα φτάνει στα όρια της επικήρυξης, μα στρατεύτηκαν μονομιάς ενάντια σε έναν εργαζόμενο που… διαμαρτύρεται για την απόλυσή του; Μπορεί κανείς να δίνει δίκιο στον Ντίνο Παλαιστίδη, μπορεί να του δίνει άδικο — μα γιατί είναι «συκοφάντηση» η προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, γιατί είναι «λέρωμα» η διαμαρτυρία του;

Κι επειδή τα κείμενα μου δημοσιεύονται μοναχά στο Διαδίκτυο (κανένα ΜΜΕ δε θέλει οποιαδήποτε συνεργασία μαζί μου, γεγονός όχι δυσάρεστο), ας το απλώσω λίγο ακόμη (ο χώρος μου είναι απεριόριστος): Γιατί κάποιος από τους 49, έστω κι ένας (λ.χ. ο Παντελής Μπουκάλας που, εκτός των άλλων, υπήρξε και εκλεγμένος συνδικαλιστής δημοσιογράφος στην ΕΣΗΕΑ) δε μίλησε όταν το κείμενό μου για την απαγορευμένη μακεδονική γλώσσα λογοκρίθηκε από την εφημερίδα Μακεδονία, όταν μητροπολίτες με αποκαλούν από τηλεοράσεως σταγονίδιο ή απαιτούν να διωχτώ από την Ελλάδα, όταν οι εφημερίδες και τα κανάλια τις Ακροδεξιάς απαιτούν να καώ (ακόμη κι όταν ο καθηγητής Ευρ. Γαραντούδης έγραψε κριτική για κάποιο βιβλίο μου, ζητήθηκε η κεφαλή του επί πίνακι από το επίσημο έντυπο του ΛΑΟΣ), όταν ο τότε εκπρόσωπος του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών (και νυν ευρωβουλευτής της ΝΔ) Γ. Κουμουτσάκος(εκπροσωπώντας το ίδιο το ελληνικό κράτος) είχε πει για όσους συμμετείχαν στην έκδοση του μακεδονικούΑμπετσενταριού (εγώ έγραφα το Επίμετρο) «ξέρουμε ποιοι το βγάζουνε και τους παρακολουθούμε…»; Δεν είχασυκοφαντηθεί, υβρισθεί, απειληθεί, λογοκριθεί κι εγώ σε όλες ετούτες τις περιπτώσεις —και μάλιστα διά του Τύπου— ώστε ο καλός αρθρογράφος να διαμαρτυρηθεί; (Χρησιμοποιώ το όνομα του Π. Μπουκάλα ακριβώς επειδή ο συγκεκριμένος άνθρωπος έχει επί χρόνια καθημερινό βήμα σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες — αντίστοιχα θα μπορούσα να αναφέρω και οποιονδήποτε άλλον από τους 49).

Δυστυχώς όλα τα παραπάνω ερωτήματα δεν έχουν απάντηση — και συνάμα υπονοούν και μια προφανή πραγματικότητα. Οι 49 υπογράψαντες υπέρ των εκδόσεων Άγρα δεν το έκαναν επειδή ένας εκδοτικός οίκος «απειλήθηκε» (είδαμε ότι στις αντίστοιχες «απειλές», ή και πολύ μεγαλύτερες και πραγματικά τρομοκρατικές απειλές, εκδοτικών οίκων σιώπησαν), μήτε γιατί αγανάκτησαν που ο Σταύρος Πετσόπουλος «συκοφαντείται» (έχουν συκοφαντηθεί πολύ σκληρότερα πολλοί περισσότεροι, και αυτοί και πάλι σιώπησαν εκκωφαντικά). Οι 49 υπογράψαντες υπέρ της Άγρας συνυπέγραψαν την επιστολή τους επειδή ο Σταύρος Πετσόπουλος ήταν «δικός τους», «εκδότης τους», «σύντροφός τους», μέλος της «πνευματικής τους παρέας». Φυσικά και έχουν το απόλυτο δικαίωμα να το κάνουν — και πρέπει να υπερασπιστούμε με τρόπο εξίσου απόλυτο το δικαίωμα τους να γράψουν άλλες χίλιες αντίστοιχες επιστολές ή ό,τι άλλο επιθυμούν. Μα σε επίπεδο δραστικότητας έχω να πω πως το κείμενο αυτό δε με πείθει διόλου — άρα ως προς το σκοπό του είναι ένα κακό (και προχειρογραμμένο) κείμενο. Και όποιος το έγραψε και έβαλε τους συγγραφείς να το υπογράψουν δε σεβάστηκε μήτε την υψηλότατη ποιότητα των εκδόσεων Άγρα, μήτε και το έργο μερικών εκ των 49 (ας πούμε, απορώ πώς ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, πρώτος υπογράψας, μπόρεσε καν να διαβάσει ένα τόσο κακογραμμένο και δομικά προβληματικό κείμενο).

γ.

Κι αν οι 49 δε με πείθουν, η εφημερίδα Αυγή με έπεισε για μιαν ακόμη φορά πως υπηρετεί την «αριστερήβιοθεωρία του αριστερού στόχου» — ενός στόχου που υπερτερεί της δημοκρατικής αρχής να μη λογοκρίνονται κείμενα και απόψεις. Πρόσφατη σχετικά ήταν η λογοκρισία κειμένων του Διονύση Γουσέτη γιατί τους φάνηκαν φιλελεύθερα — τώρα επιχείρησαν να λογοκρίνουν έναν άνθρωπο που μάλλον αυτοπροσδιορίζεται στους αντίποδες του φιλελευθερισμού. Πιο συγκεκριμένα, ο εκδότης του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, μεταφραστής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης έστειλε στην Αυγή ένα κείμενο οξείας κριτικής για τους 49 και τη δήλωσή τους (ας σημειωθεί πως έχει ξαναδημοσιεύσει κι άλλοτε κείμενό του στην Αυγή και του είχε ζητηθεί επαναληπτικά συνεργασία). Το κείμενο κυκλοφόρησε εντέλει στις 25 του Φεβρουαρίου στο Διαδίκτυο, όπου ο Δεσποινιάδης έκλεινε με την ακόλουθη σημείωση: «Το κείμενο δόθηκε για δημοσίευση στα «Ενθέματα» της Αυγής —από όπου είχα στο παρελθόν ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας— στις 22.2.2010. Δύο ημέρες μετά με ενημέρωσαν ευγενικά ότι δεν μπορούν να το δημοσιεύσουν. Καλό είναι, στις αρχές του 21ου αιώνα, να θυμόμαστε όλοι ότι ο σταλινισμός είναι κυρίως νοοτροπία και λιγότερο ιδεολογία…» Την αμέσως επόμενη μέρα (26.2.2010) η Αυγή (http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=526135) ξανάνοιξε ξαφνικά το θέμα Παλαιστίδη, όπου λέει κάποιες διόλου πειστικές στα μάτια μου δικαιολογίες για τη μη δημοσίευση του κειμένου του ΚώσταΔεσποινιάδη (ότι «ήταν μεγάλο», ότι του πρότειναν «να μειώσει 500 λέξεις και αυτός δεν δέχτηκε» — μα τότε γιατί δεν του αντιπρότειναν να το δημοσιεύσουν ως είχε σε δύο συνέχειες, ή να το βάλουν ολόκληρο μόνο στην ηλεκτρονική τους, έστω, έκδοση;). Αν αφήσουμε στην άκρη τα προσχήματα, αναδεικνύεται το ουσιώδες ερώτημα: τι τους ενόχλησε στο κείμενο του Δεσποινιάδη (με τον οποίο, ας σημειώσω, έχω επί χρόνια προσωπική σχέση και συνεργασία — και συνάμα αρκετές σημαντικές πολιτικές διαφωνίες); Γιατί ήταν μηδημοσιεύσιμη η θέση του για ένα εκδοτικό/πνευματικό ζήτημα (μόλο που λόγω αντικειμένου θα άξιζε τον κόπο να μάθουν οι αναγνώστες τις Αυγής της θέσεις και τις απόψεις ενός νεότερου εκδότη και δοκιμιογράφου για το θέμα αυτό);

Την ίδια μέρα, στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση όπου η Αυγή προσπαθούσε να δικαιολογήσει την κατηγορία της προφανούς λογοκρισίας, εμφανίστηκε και μια ακόμη δήλωση 18 συγγραφέων/διανοουμένων (με επίσης σημαντικότατους δημιουργούς ανάμεσά τους, όπως ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Σάββας Μιχαήλ, οΕυτύχης Μπιτσάκης κ.ά.), οι οποίοι βρίσκουν μεν μια κουβέντα συμπαράστασης στον απολυμένο Παλαιστίδη, ωστόσο στη συνέχεια υποστηρίζουν πως η ποιότητα της δουλειάς κάποιου τον καθιστά ηθικά υπέρτερο: Η «Άγρα» δεν είναι μια οποιαδήποτε καπιταλιστική επιχείρηση: διακρίνεται για την ποιότητα των εκδόσεών της… Προβληματίζομαι αν ο συντάκτης του κειμένου αυτού και οι υπογράψαντες θέλανε πράγματι να πούνε αυτό που εντέλει λένε: πως ανάλογα με την ποιότητα (κριτήριο καταφανώς υποκειμενικό) κρίνουμε και την εργασιακή συμπεριφορά του εκδότη. Βλέποντας τούτη τη σύνδεση ποιότητας και ηθικής, κρίνω πως έχουμε είτε φανερό ανορθολογισμό, είτε κάτι χειρότερο — και επιλέγω να πω πως έχουμε το πρώτο.

Μα ετούτος ο φανερός ανορθολογισμός της δήλωσης των 18 συνδυασμένος με την συμπεριφορά τηςΑυγής προς τον Δεσποινιάδη και την προσχηματικότητα της δήλωσης των 49 αφήνει να πλανάται μια αίσθηση: πως υπάρχουν πρόσωπα που δε θίγονται και πως, αν θιγούν, μια μεγάλη «αριστερή πνευματική πανστρατιά» θα συγκροτηθεί για μια ακόμη φορά με κεντρικό σύνθημα «ο μη ων μετ’ εμού, κατ’ εμού εστί» (αγγλική απόδοση:You hit me, we hit you). Αυτό το βαθύτατα φασιστικό σύνθημα το έχω ακούσει ευθέως ή εμμέσως κι εγώ από «αριστερά» χείλη (λογοτεχνών, καθηγητών πανεπιστημίου, δημοσιογράφων, κριτικών, βιβλιοπωλών) για όσα εγώ έγραψα για τον Ύμνο εις την Ελευθερία και τις δοξολογίες του φόνου — και οφείλω να πω πως ακόμη και ο αδιόρατος υπαινιγμός του μου προκαλεί αντανακλαστική τοποθέτηση. Όσο κι αν θαυμάζω τον ΣταύροΠετσόπουλο για τον πραγματικά μοναδική του προσφορά στην ελληνική εκδοτική ιστορία, όσο κι αν εκτιμώ πολύ αρκετούς από τους 49+18, εφόσον η Αυγή αρχίζει να λογοκρίνει υπέρ τους και εφόσον οι ίδιοι επέτρεψαν με τη στάση τους να πλανάται στον αέρα αυτή η αίσθηση του «ο μη ων μετ’ εμού» και δεν κάνουν το παν για να την ακυρώσουν, είμαι ήδη, από θέση αρχής, απέναντί τους.

Όπως γίνεται σαφές, το πολιτικό πρόβλημα της ιστορίας δεν είναι η απόλυση Παλαιστίδη από τις εκδόσεις Άγρα (η οποία είναι μια εργασιακή διαμάχη και ένα προσωπικό αδιέξοδο — του Παλαιστίδη…). Δεν είναι καν το πότε μιλούμε δημόσια και πότε σιωπούμε, το αν υπερασπιζόμαστε αρχές ή προσωπικές σχέσεις — δεν είναι κακό να υπερασπιζόμαστε προσωπικές σχέσεις (και βέβαια θα κριθούμε για το αν το λέμε ευθέως ή αν προτάσσουμε ηθικοπολιτικές αξίες). Το μείζον πολιτικό πρόβλημα πλέον είναι το εάν δεχόμαστε πως υπάρχουν πρόσωπα που μπορούν να βρίσκονται στο απυρόβλητο· πρόσωπα που, για την προστασία τους, η λογοκρισία είναι αποδεκτή μέθοδος. Η προσωπική μου απάντηση (και μόνο προσωπικές απαντήσεις υπάρχουν) νομίζω πως είναι προφανής: Όχι, δεν υπάρχουν τέτοια πρόσωπα. Θα μιλάμε για όλους και θα κάνουμε κριτική σε όλους. Και στον Πετσόπουλο, και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και στον Σολωμό, και στον Προφήτη Μωάμεθ, και στον Θεό, και στον Διάβολο. Και φυσικά και σε μένα που ιστορώ — αυτό δα έλειπε.

Να το πω κι αλλιώς — και όσο πιο καθαρά μπορώ: αν υπάρχουν 49+18 διανοούμενοι (επαναλαμβάνω: ορισμένοι από αυτούς εξαιρετικά σημαντικοί) και μαζί τους η «Αριστερή» Αυγή (και όποια άλλη εφημερίδα) που πιστεύουν πως υπάρχουν «ιερά» και «όσια» που δεν αγγίζονται (ο Πετσόπουλος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Σολωμός, ο Προφήτης Μωάμεθ, ο Θεός, ο Διάβολος ή όποιος άλλος), πολύ φοβάμαι πως (ασυνείδητα ή συνειδητά) έχουν ήδη αποδεχτεί πως υπάρχουν ιερές αγελάδες, ζώα πιο ίσα από τα άλλα, ένας «σκοπός» πάνω από οποιαδήποτε αξία που αγιάζει τα μέσα… Κι αυτή η παραδοχή είναι η πρώτη και πυρηνική αφετηρία του φασισμού.

Θ. Τ. — 26.2.2010


ΠΗΓΗ:

http://naftilos.blogspot.com/2010/02/blog-post_9369.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+Anemos+%28ANemos%29&utm_content=Google+Reader


Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

«[Για την οικονομική κρίση]» [Από το blog “ Rodia Mixer”]


Πριν από ενάμισυ μήνα, στις 12.3.2010, στο blogRodia Mixer”, διαβάσαμε αυτό:


[Για την οικονομική κρίση]


Δεν είναι κρίση ΜΑΣ

Είναι κρίση ΤΟΥΣ.

Είναι η μεγαλύτερη ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ υπέρ του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και της ΕΡΓΟΔΟΣΙΑΣ εδώ και 60 χρόνια

Μη μασάς


Οταν σου λένε ότι «ως χώρα χρωστάμε...»

ρώτα τους, γιατί, μαζί τα φάγαμε;

Όταν σου μιλάνε για τις «αγορές»

ρώτα τους, ποιά είναι η διαφορά τους από τους τοκογλύφους ;

Όταν σου μιλάνε για την ανάγκη να σου κόψουν ένα μισθό

ρώτα τους, ποιος πλήρωσε τα 28 δισ. που χάρισαν πέρυσι στις τράπεζες ;

Όταν σου μιλάνε για «ευέλικτες σχέσεις εργασίας»

ρώτα τους, έχουν κανέναν άνεργο στην οικογένειά τους ;

Όταν σου μιλάνε για τον «υπέρμετρα διογκωμένο δημόσιο τομέα»

ρώτα τους, ξέρει τίποτα το πολιτικό τους γραφείο από διορισμούς και ρουσφέτια ;

Όταν σου μιλάνε για «μέτρα που διασφαλίζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων»

ρώτα τους, γιατί τα χειροκροτούν ο ΣΕΒ, η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών?

Όταν σου μιλάνε για «αδυναμία να πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις»

ρώτα τους, για τα δισ. που δίνουν κάθε χρόνο για όπλα και μίζες.


Πολλές οι ερωτήσεις

Η απάντηση μία:

Στο ΔΡΟΜΟ !!


ΠΗΓΗ:

http://rodiat7.blogspot.com/2010/03/123.html


Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

«Πόσο θα’θελα…» [Από το blog “Ελαφηβολιών”]


Πριν από ένα μήνα, στις 26.3.2010, στο blog “Ελαφηβολιών” της Βάσσιας, διαβάσαμε αυτό:


Πόσο θα’θελα…

Πόσο θα’ θελα να χαμήλωνες λιγάκι

κι αυτή η απρόσιτη κορυφή να γινόταν φίλη

να ζέσταινες το βράχο

ν' ακουμπήσω το πρόσωπό μου


να έστρωνες το γυμνό χώμα

με φύλλα πορτοκαλιά

να χάιδευαν το κουρασμένο σώμα.


Πόσο θα’ θελα να χαμήλωνες λιγάκι

το φως σου πάνω μου

να φωτίσεις το δρόμο

προς την έρημη πόλη


να πείσεις τ’ άστρα να επιστρέψουν.


Πόσο θα’ θελα να χαμήλωνες λίγο

τις στάλες του νερού σου

να ξεπλύνεις τη λάσπη από τα παπούτσια

που βαραίνει τα βήματα

να χαθούν τα χαραγμένα ίχνη από τη γη.


Πόσο θα’ θελα να χαμήλωνες λιγάκι

Να σ’ αγγίξω

Να σε γνωρίσω

Να με γνωρίσεις

Να ψηλώσω

Να χαμηλώσεις


Εσύ λίγο πιο κάτω από τον ουρανό

Εγώ λίγο πιο πάνω απ’ τη γη.


ΠΗΓΗ:

http://elafivolion.blogspot.com/2010/03/blog-post_26.html


Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

«Πού πήγαν τα λεφτά;» [Από το blog Vassper]


Ακριβώς έξι εβδομάδες πριν, στις 14.3.2010, στο blog “Vassper” διαβάσαμε αυτό:


Πού πήγαν τα λεφτά;

η ερώτηση αυτή πλανιέται στην Ελληνική κοινωνία το τελευταίο διάστημα. Την έχουν υποβάλλει όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί, με προεξάχοντα τον πρωθυπουργό, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Στην συνέχεια, την ίδια ερώτηση υπέβαλαν και όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί, αλλά και επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι και ο κάθε πολίτης. Αλλά κανείς δεν απάντησε.

που πήγαν τα λεφτά ;

που άραγε πήγαν τα λεφτά ; μήπως στις τσέπες κάποιων επιχειρηματιών, κάποιων πολιτικών ή κάποιων δημόσιων λειτουργών ; και που είναι τώρα τα λεφτά, αν πήγαν σε αυτές τις τσέπες ; Σε κάποιες τράπεζες στην Ελβετία ; και αν ναί, γιατί δεν εμφανίσθηκαν οι κάτοχοι τους στην τελευταία κατάσταση εκατομυριούχων των forbes ; γιατί τα λεφτά είναι πολλά. 300 δις ελλείματα τα τελευταία χρόνια.

πού πήγαν τα λεφτά ;

δυστυχώς η απάντηση πρέπει να είναι πιό απλή. Εγώ προσωπικά πιστεύω, ότι τα περισσότερα λεφτά σπαταλήθηκαν άσκοπα και μοιράσθηκαν στην Ελληνική κοινωνία. Και λέω τα περισσότερα, γιατί κάποια, όντως πήγαν στις τσέπες των παραπάνω "κυρίων". Αλλά όχι τα περισσότερα, τα λιγότερα. Γιατί τα λεφτά είναι πολλά.

Τα λεφτά μοιράσθηκαν σε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων που δεν χρειαζόταν, σε επιχορηγήσεις επιχειρήσεων και ενισχύσεις κοινωνικών ομάδων χωρίς ανταπόδοση, σε κοινωνικές πολιτικές χωρίς αντίκρυσμα και κρατικές δαπάνες χωρίς αποτέλεσμα. Σε άχρηστα ή άσκοπα έργα και προμήθειες του δημοσίου. Ετσι, τα λεφτά πέρασαν στην κοινωνία και έγιναν εισόδημα στους κακομαθημένους νεο-Ελληνες, που θέλουν να απολαμβάνουν πολλά , χωρίς πολύ κόπο.

Ολοι είμαστε ένοχοι για την κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος. Ολοι. Και κάποιοι, ίσως οι περισσότεροι, καρπώθηκαν απο αυτά.

είναι ένοχοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, γιατί πίεζαν, μέσω κομματικών και συνδικαλιστικών οργάνων να γίνουν όλο και περισσότεροι διορισμοί. Διορισμοί που όλοι γνώριζαν ότι δεν χρειαζόταν. Δικαίωμα στην εργασία.Λες και η μόνη εργασία ειναι αυτή στο δημόσιο. Είναι ένοχοι γιατί αφού διορίσθηκαν, άραξαν και μέτραγαν ημέρες για την επόμενη αργία. Και αντί να κάνουν αποτελεσματικά την δουλειά τους, υπέθαλπταν την γραφειοκρατεία, γιατί έτσι τους βόλευε. Ετσι, γινόταν απαραίτητοι και είχαν εξουσία. Και κάποιοι, αξιοποίησαν την δυνατότητα διαπλοκής και χρηματισμού που τους προσέφερε το σύστημα. Και κάποιοι άλλοι, αξιοποίησαν την εξουσία τους για την εφαρμογή προσωπικών επιλογών, που όμως είχαν κόστος. Τζάμπα κόστος για αυτούς. Είναι ένοχοι, γιατί ποτέ δεν τους ενδιέφερε, ότι οι επιπλέον δημόσιοι υπάλληλοι και το επιπλέον κόστος τους, σήμαινε επιπλέον κρατικά λεφτά. Λεφτά που δεν υπήρχαν.

είναι ένοχοι οι αγρότες, γιατί μετέτρεψαν τα λεφτά των κοινοτικών επιχορηγήσεων σε εισόδημα και δεν έκαναν τίποτα για να βελτιώσουν ή να αλλάξουν τις καλλιέργειες που έβλεπαν ότι δεν έχουν μέλλον. Δεν έκαναν τίποτα, για να βελτιώσουν την ποιότητα των προιόντων τους, ούτε για να μάθουν να τα πουλάνε και να γίνουν βιώσιμοι χωρίς την βοήθεια του κράτους. Λειτουργώντας ώς οι συνεπέστεροι δημόσιοι υπάλληλοι, διεκδικούσαν και έπαιρναν εθνικές ενισχύσεις για να επιβιώσουν, κλείνοντας τις εθνικές οδούς. Εγγυημένο εισόδημα. Διεκδικούσαν και κατάφεραν να χαρίζονται τα χρέη των συνεταιρισμών. Χρέη, που δεν είχαν να πληρώσουν, αλλά αυτοί δημιούργησαν. Γιατί αυτοί διοικούσαν τους συνεταιρισμούς. Ολα τα λεφτά, όλα τα κιλά. Αλλά, όλα αυτά σήμαιναν επιπλέον κρατικά λεφτά. Λεφτά που δεν υπήρχαν.

είναι ένοχοι οι επιχειρηματίες που παρείσφρυσαν στο κράτος και εκμεταλευόμενοι τις πελατειακές σχέσεις και τη διαφθορά, έκαναν χρυσές δουλειές. Που μετέτρεψαν τις παραγωγικές τους μονάδες σε μεταπρατικά κέντρα εισαγώμενων προιόντων και υπηρεσιών, ειδικά όταν συναλλάσονταν με το κράτος. Ειναι ένοχοι αυτοί που έπαιρναν επιχορηγήσεις για νέες επενδύσεις, οι οποίες μετατρεπόταν σε σπίτια, αυτοκίνητα και χλιδάτη ζωή. Είναι ένοχοι αυτοί που πίεζαν τους πολιτικούς, με το αζημίωτο φυσικά, για ευνοικές πολιτικές ή ρυθμίσεις οφειλών. Ειναι ένοχοι αυτοί που λειτουργούσαν, στοχεύοντας ευκαιριακά κέρδη και όχι μακροχρόνια ανάπτυξη. Αλλά αυτά σήμαιναν επιπλέον κρατικά λεφτά, που δεν υπήρχαν, ενώ παράλληλα κόστιζαν σε ανάπτυξη και απασχόληση.

Είναι ένοχοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, που για να επιζήσουν σε μια οικονομία που δεν άντεχε τόσα πολλά και μικρά "μαγαζάκια", αύξαιναν τα ποσοστά κέρδους τους και εξασκούσαν το ευγενές άθλημα της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής. Ειναι ένοχοι γιατί με αυτόν τόν τρόπο διατηρούσαν τις προβληματικές τους επιχειρήσεις, αντί να προσπαθήσουν να αυξήσουν την πελατεία τους και να βελτιώσουν το προιόν ή την υπηρεσία που παρείχαν. Αλλά αυτό σήμαινε μείωση των εσόδων του κράτους και αύξηση της ακρίβειας.

είναι ένοχοι οι αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κλπ) γιατί έκαναν την δουλειά τους χωρίς μεράκι, προσπαθώντας με 3-4 ραντεβού την ημερα ή 2-3 υποθέσεις τον χρόνο, να αναπαραστήσουν την "Λάμψη" και τη "Δυναστεία". Και επιπλέον στερούσαν πολύτιμα έσοδα απο το κράτος λόγω της φοροδιαφυγής τους, παρόλο που για τις υποθέσεις τους χρησιμοποιούσαν τον κρατικό μηχανισμό και τις δημόσιες υποδομές. Και αυτό όμως κόστιζε λεφτά. Κρατικά λεφτά.

είναι ένοχοι οι δημοσιογράφοι και οι παρατρεχάμενοι παράγοντες των media που δημιούργησαν μια γκλαμουριά γύρω απο το συνάφι τους και τον ρόλο τους ώς αυτεπάγγελτοι εγγυητές της δημοκρατίας, με στόχο, όχι την ενημέρωση και καλλιέργεια του λαού, αλλά την εξουσία τους και τις υψηλές αμοιβές τους. Και ανεδείκνυαν τις υποθέσεις που τους ευνοούσαν και τους έκαναν αρεστούς σε αυτούς που κατασπαταλούσαν το δημόσιο χρήμα.

είναι ένοχοι οι πολιτικοί, που χρηματοδοτούσαν με κρατικά λεφτά τις προεκλογικές τους εκστρατείες και την λειτουργία των κομμάτων τους. Είναι ένοχοι γιατί έκαναν διορισμούς δημοσίων υπαλλήλων που δεν χρειαζόταν και κοινωνικές πολιτικές που δεν άντεχε το κράτος, με μόνο γνώμονα τις ψήφους των ευεργετηθέντων. Είναι ένοχοι γιατί, όταν έκαναν λάθος επιλογές, οι οποίες κόστιζαν λεφτά, ποτέ δεν λογοδοτούσαν και φρόντιζαν να μην τιμωρούνται. Είναι ένοχοι γιατί εκπαίδευσαν τον κόσμο, που όμως δεν είναι άμοιρος, σε καιροσκοπικές λογικές "Τσοβόλα, δώστα όλα". Τέλος είναι ένοχοι γιατί όπου μπορούσαν, έβαζαν το δάχτυλο στο μέλι. Αλλά όλα αυτά είναι λεφτά. Κρατικά λεφτά.

ειναι ένοχοι οι δικαστές και οι αστυνομικοί, γιατί δεν αντιλαμβανόταν την δουλειά τους σαν λειτούργημα αλλά ασκούσαν τα καθήκοντά τους με δημοσιο-υπαλληλική ευκρίνεια. Αναλγησία, γραφειοκρατία και μέτρημα των ημερών μέχρι την επόμενη αργία. Και οι μεν δικαστές, προτιμούσαν να είναι αρεστοί και να ανέχονται παρανομίες, παρατυπίες και ολιγωρίες παρά να συγκρούονται με τα κατεστημένα συμφέροντα. Ακόμα και στο "σπίτι" τους. Και εξαντλούν την σκληρότητά τους σε κάποιους κακομοίρηδες.

Οι δε αστυνομικοί, αντί να βελτιώνουν τον επαγγελματισμό τους και να φροντίζουν να αποκτήσουν δεξιότητες και αποτελεσματικότητα σύγχρονης αστυνομίας, κρυβόταν μόνιμα πίσω απο την πολιτική ηγεσία τους, που δήθεν τους έδενε τα χέρια. Γιατί φαίνεται ότι μάλλον είναι πολύ δύσκολο, να συλλάβεις τον παραβάτη με τον ενδεδειγμένο τρόπο και ούτε να τον σκοτώσεις αλλά ούτε να τον αφήσεις να φύγει.

τέλος είμαστε όλοι ένοχοι, γιατί ανεχθήκαμε για πολλά χρόνια αυτές τις καταστάσεις, χωρίς να τις καταγγέλουμε, μήπως και μας πούν ρουφιάνους. Ανεχόμασταν να μην παίρνουμε αποδείξεις, να αγοράζουμε ακριβά προιόντα, να πληρώνουμε χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες και να μην δυσανασχετούμε όταν μας ταλαιπωρούσαν σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Ανεχόμασταν τις αοριστολογίες και τις ψεύτικες υποσχέσεις των πολιτικών και τους ξαναψηφίζαμε.

Είμαστε όλοι ένοχοι γιατί ενώ ζούσαμε σε μιά πλασματική ευημερία, την οποία όλοι καταλαβαίναμε, δεν κάναμε τίποτα για να διορθωθεί. Είμαστε όλοι ένοχοι γιατί ο κάθενας από εμάς πίστευε ότι δεν θα χρειασθεί να ξεβολευθεί αυτός, γιατί τα πράγματα θα διορθωθούν, ξεβολεύοντας τους άλλους.

είμαστε όλοι ένοχοι.


ΠΗΓΕΣ:

http://vassper.blogspot.com/2010/03/blog-post_14.html


Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

«Μετα-naif-ιές» [Από το blog “Synαισθήσεις (Synas) ”]


Πριν από ένα μήνα περίπου, στις 23.3.2010, στο blogSynαισθήσεις” της/του Synas, διαβάσαμε αυτό:


Μετα-naif-ιές


Διάβασα ένα "νόστιμο"* (*Μάντρα αυτοσυγκέντρωσης, κάτω) από μια fb φίλη για τους δημόσιους υπαλλήλους.


Μέχρι προσφάτως θα με έβρισκε απόλυτα σύμφωνη. Όμως τώρα πια σκέπτομαι
-και δηλώνοντας εξ αρχής άσχετη με τις αρχές και τα τέλη της οικονομικής "επιστήμης":

Πού θα απασχολούνταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στον ιδιωτικό τομέα της Ελλάδας; Ποιος θα τους προσλάμβανε; Πέραν του περιορισμένου της οικονομίας μας εν γένει, πάρα πολλοί από αυτούς δεν έχουν κανένα προσόν. Και ο ιδιωτικός τομέας δεν κάνει χάρες... Δεν θα είχαμε τότε πολύ μεγαλύτερη ανεργία;
Δεν θα είχαμε τότε διαρκή ύφεση, χωρίς αυτούς τους ανθρώπους να καταναλώνουν ασυστόλως και μακράν πέρα από την οικονομική τους δύναμη; Διότι απλά είναι σαν τα παιδιά; "Άμα μου τελειώσει το χαρτζηλίκι θα ζητήσω απ' τον μπαμπά να μου δώσει κι άλλα".

Στο κάτω-κάτω, όλος αυτός ο άκρατος ανταγωνισμός κι η αποδοτικότης/παραγωγικότης, που τα έχουμε βάλει κορώνα στο κεφάλι μας, τι άλλο αποδεικνύουν εκτός του γεγονότος πως είμαστε τα απόλυτα θύματα της καπιταλιστικής, (νεο)φιλελεύθερης -πώς σκατά ονομάζουν κάθε τόσο την λατρεία του χρήματος- νοοτροπίας;

Σίγουρα δεν είναι μάγκες όσοι μην δουλεύοντας πληρώνονται από το κράτος. Είναι όμως μάγκες και όσοι δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδι για να αποδείξουν -σε ποιον άραγε;- πως είναι μάγκες; Ή ακόμα χειρότερα απλά για να επιβιώσουν;

Ίσως πρέπει να σκεφτούμε λίγο διαφορετικά επιτέλους. Πιο συλλογικά-λιγότερο ωφελιμιστικά. Η ζωή δεν βασίζεται στο χρήμα, όσο κι αν έχουμε όλοι ψηθεί μ' αυτήν την ιδέα. Κι η σχέση μας με τους άλλους -αυτό που ονομάζουμε κοινωνία-, ίσως θα ήταν καλύτερα για όλους να βασίζεται στην αλληλεγγύη, όχι στον ανταγωνισμό.

Γιατί ακόμα και με οικονομικούς όρους είναι ολοφάνερη η αλληλεξάρτηση:
όταν καταρρέει ένα κομμάτι του οικοδομήματος, καταρρέει ολόκληρο το οικοδόμημα.

Έτσι δεν είναι;


------------------------


*Μάντρα αυτοσυγκέντρωσης

Προς κάθε απεργό που ετοιμάζεται να ξανακλείσει για άλλη μια φορά την γειτονιά του γραφείου μου ουρλιάζοντας πανάρχαια συνθήματα πεπερασμένων εποχών
που τριβελίζουν μήνες τώρα το μυαλό μου σαν κινέζικο βασανιστήριο θα ‘θελα να μπορούσα, με όλη μου την ευγένεια, να κρεμάσω ένα πανό έξω από το παράθυρό μου που να λέει:

"Ησυχία παρακαλώ. Εγώ δουλεύω να βρω λεφτά για να πληρώσω και τον 10ο, 12ο και 13ο μισθό σου, όλα τα επιδόματα αδείας σου, τις αποζημιώσεις σου, την αγένεια σου σε ένα δημόσιο που σχεδόν πάντα με αγνοεί και μοιάζω σχεδόν πάντα να 'ενοχλώ', το φακελάκι που αναμφίβολα θα χρειαστεί να σε πληρώσω κάπου κάποια στιγμή, τα λεφτά μας/τους που μοιράστηκες/ζεσαι ή είδες να μοιράζονται ανάμεσα στους δέκα κολλητούς σου στο νοσοκομείο, το σχολείο, την πολεοδομία, την εφορία, τον Δήμο. Λίγη ησυχία παρακαλώ γιατί έχω ΔΕΗ, φόρο, ΦΠΑ και ΤΕΒΕ να πληρώσω, με έχει πιάσει άγχος και προσπαθώ να συγκεντρωθώ"

Το λέω στους γείτονές μου στα διπλανά γραφεία, μου λένε ότι αν το έκανα αυτό
θα ανέβαιναν να με πλακώσουν στο ξύλο (έφηβοι κουκουλοφόροι χούλιγκαν και μη), και μας πιάνουν 'τα γέλια' με τις 'τρελές' μου 'πάλι' ιδέες.

Αθηνά Λαμπρινίδου


ΠΗΓΗ:

http://synas2006.blogspot.com/2010/03/fb-httpwww.html